Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Ο Κόμπος - Το νέο μυθιστόρημα της Γιοβάννας





Η Γιοβάννα ξεκίνησε σαν τραγουδίστρια, ένα μικρό κορίτσι, που κλήθηκε να δίνει ζωή σε λέξεις, που ήταν κόρες αλλονών...
 Έπρεπε να ανέβει στη σκηνή, να διώξει τη νεανική της ευθυμία, και να τραγουδήσει λέξεις μελαγχολικές, για λύπες που δεν έζησε, και για έρωτες για τους οποίους δεν δάκρυσε. Άλλες φορές έπρεπε να ευθυμήσει, να τραγουδήσει όλο χαρά για το ζεστό καλοκαίρι ή να αναγαλλιάζει από έρωτα για κάποιον που δεν είχε γνωρίσει ακόμα. Ένα κορίτσι με μικρή αυτοπεποίθηση, που ακολουθούσε μια προδιαγεγραμμένη έως τότε καριέρα, που δεν ήξερε αν την ήθελε, έπρεπε να μεταδίδει στη σκηνή μηνύματα γραμμένα από αξιόλογους μεν στιχουργούς, αλλά που δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να ταιριάζουν με την εκάστοτε συναισθηματική της παλέτα. Τότε ήταν που το κατάλαβε. Οι στίχοι στα τραγούδια, αποτελούν συναισθηματικές πηγές της κάθε σύνθεσης, και αν ήθελε να αποκτήσει τον έλεγχο των συναισθημάτων, έπρεπε να γεννήσει η ίδια τις λέξεις. 
Εκείνη την εποχή βρισκόταν συχνά στον φιλικό περίγυρο του Γιάννη Ρίτσου. Ως κορίτσι θαύμα της μουσικής, στεκόταν δειλά δίπλα του στις κοινωνικές συναθροίσεις, και τραγουδούσε όταν της το ζητούσαν, τους στίχους που μελοποιούσαν οι συνπαρευρισκόμενοι φίλοι του συνθέτες. Για πρώτη φορά η Γιοβάννα βρέθηκε τόσο κοντά στη γενεσιουργό τελετή της γραφής και σύνθεσης, που γοητεύτηκε και τόλμησε να δοκιμάσει και μόνη της την τελετουργία αυτή. Για πρώτη φορά, πήρε τον έλεγχο. Οι λέξεις έγιναν δικές της. Τις έγραφε, τις έσβηνε, ντρέπονταν γι αυτές ή ήταν περήφανη γι αυτές, μέχρι που κάποια στιγμή πήρε το θάρρος να τις δείξει στο Ρίτσο και να λάβει ως απάντηση την επιβεβαίωσή του για το ταλέντο της. "Δεν έγραψες ποί'ημα, της είπε, αλλά εδώ μέσα κρύβεται μια ποιήτρια". Ούτε όμως και τότε ήξερε ότι οι λέξεις δεν θα γίνονταν μια απλή παρέα. Οι λέξεις θα γίνονταν θυγατέρες της.
Η λογοτεχνική δημιουργία αποτελεί την πιο δύσκολη μορφή γέννας. Ώρες ατέλειωτες μπροστά σε μια σελίδα χαρτί, σε μια γραφομηχανή, σε μια οθόνη υπολογιστή, για να βγάλει η συγγραφέας από μέσα της, κάτι που θα αγαπάει για πάντα, κάτι που είναι κατάδικό της, κάτι που θα αξίζει τις ανάσες της… κάτι που μπορεί όμως την αυριανή μέρα κι όλας, να σβήσει με μια γομολάστιχα, σαν συναίσθημα του χθες που δεν έχει λόγο ύπαρξης στο σήμερα. Η αναζήτηση της διαχρονικότητας, της αλήθειας, ξεκινάει έναν άμεσο πόλεμο μεταξύ της Γιοβάννας και των λέξεων θυγατέρων της. Την μια τους φυσάει ζωή, την άλλη τις σβήνει. Μετά τις αφήνει για λίγη ώρα στην παράγραφο για να δει αν έχουν τα εχέγγυεια να ωριμάσουν και να συνεχίσουν την ζωή τους αφότου μπουν στις σελίδες του βιβλίου. Καθημερινός πόλεμος στο σπίτι της, πόλεμος και στο εξοχικό. Αποτραβιέται από τις οικογενειακές υποχρεώσεις για μερικές ώρες, όλοι νομίζουν ότι χαλαρώνει γράφοντας, αλλά η Γιοβάννα πάει στον πόλεμο. Δυο και τρεις φορές την ημέρα. Κι όπως γράφει η ίδια στο βιβλίο:
«Τι άχρηστες που είναι καμιά φορά οι λέξεις! Θήκες πού σε τέτοιες στιγμές, δε χωράν ούτε την ανάσα του ανθρώπου. Μια λέξη, μόνο μια, που να χωράει αυτό που νιώθω, ικετεύεις, και μένεις να κοιτάς, τι άλλο να κάνεις;»
Αυτός ο πόλεμος όμως αξίζει, καθώς μέσα από τη λογοτεχνία η Γιοβάννα απέκτησε τον ολικό έλεγχο που ίσως δεν είχε στο τραγούδι. Μπορούσε πια να πάρει τα συναισθήματά της άμεσα και να τα απλώσει στο χαρτί, να αποκαλύψει παντού αυτά που κρύβει μέσα της, να μιλήσει στους δικούς της ανθρώπους και να πει αυτά που χρόνια δεν τολμούσε να ξεστομίσει. Να ελέγξει για πρώτη φορά το ρου της ιστορίας, και να αφοπλίσει αυτούς που της εγκιβώτιζαν το μέλλον της. Οι ηρωίδες στα βιβλία της είναι σε κάποιο βαθμό μικρές «Γιοβάννες». Κάποια ζει την πραγματική ζωή της Γιοβάννας, κάποια ζει την ζωή που θα ήθελε να είχε ζήσει, κάποια ζει την ζωή που ίσως να είχε ζήσει, σε κάθε περίπτωση όμως, η συγγραφέας είναι αυτή που ανοίγει και κλείνει τους δρόμους, όχι η οικογένεια, όχι οι κοινωνικές νόρμες, όχι η δισκογραφική εταιρία, όχι οι τυχόν αυθεντίες του εκάστοτε χώρου, μόνο αυτή καθορίζει το μέλλον του ήρωα και ζει μέσα από αυτόν, καταστάσεις και συναισθήματα που ξεπερνούν την επιφάνεια του σπιτιού της.
Τι είναι λοιπόν ο Κόμπος, τι πραγματεύεται, τι θέλει να μας δώσει; Η απάντηση είναι δύσκολη, καθώς η Γιοβάννα δεν γράφει ποτέ ένα βιβλίο, από μόνο του. Κάθε βιβλίο της, έχει πάντα τρεις αναγνώσεις, σαν τρία βιβλία μαζί να έχουν μπει σε μια πρέσα, και να έχουν ενωθεί με μη αποσπάσιμο τρόπο. Πρόκειται για ένα περίτεχνο σενάριο, μια ποιητική συλλογή και μια φιλοσοφική πραγματεία, που έχουν πλεχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε πια να μην μπορούν να έχουν υπόσταση χωρίς το ένα να διαπερνά το άλλο. 
          Ο κόμπος της πρώτης ανάγνωσης, είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να γίνει εύκολα μια τηλεοπτική σειρά. Οι ήρωες διασπαρμένοι σε μια τριανταετία, ζουν έτοιμοι για να συγκρουστούν με τη θεία δίκη και το πεπρωμένο. Όλα τα δραματουργικά εφόδια της αρχαίας τραγωδίας, χρησιμοποιούνται πολύ πετυχημένα από την Γιοβάννα για να μας οδηγήσει σε μια συναισθηματική κάθαρση στο τέλος του βιβλίου. Δεν θα μπορούσα να πω πολλά, δεν μου επιτρέπεται άλλωστε να πω πολλά για την πλοκή του βιβλίου. Μπορώ όμως να μιλήσω για την γέννηση της ιστορίας αυτής.
Πως προήλθε λοιπόν αυτή η ιστορία, ποιος ο λόγος που ποτίστηκε μέσα στο μυαλό της Γιοβάννας; Νομίζω ότι το χειρότερο πράγμα για ένα συγγραφέα, είναι η στιγμή που συναντά την πρώτη λευκή σελίδα. Κρύος ιδρώτας και ίλιγγος, για το τι είναι τόσο σημαντικό που να αξίζει μερικούς μήνες από τη ζωή του. Τι είναι τόσο σημαντικό, που να είναι σημαντικό και αύριο, και μεθαύριο, και για μια ζωή ολόκληρη, και πέραν της ζωής αυτής. Αν ήταν τόσο εύκολο να εντοπίσουμε αυτό το κάτι, ίσως να ήταν περισσότερες οι παρουσιάσεις νέων βιβλίων, και λιγότερο το αναγνωστικό κοινό. Αυτό όμως το σημείο που ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται το άξιον εστί, είναι τόσο δύσκολο και σπάνιο, ώστε κάθε νέο βιβλίο που τυπώνεται, να αποτελεί ουσιαστικά ένα μικρό θαύμα.
Στην περίπτωση του κόμπου, αυτό το μικρό θαύμα, δεν έγινε ούτε στις βόλτες της Γιοβάννας στο άλσος της γειτονιάς της, ούτε στις περιπλανήσεις της στην εξοχή. Έγινε όταν έβλεπε τηλεόραση. Εκεί που ήταν σε νήνεμα πελάγη, είδε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη την ηθοποιό Χρύσα Ρώπα να μιλάει για την υιοθεσία της. Δύο ήταν τα νεογέννητα βρέφη, και στο ένα δέθηκε ένα κορδονάκι για να ξεχωρίζει. Ήταν αυτό που θα έφευγε και θα ακολουθούσε άλλο δρόμο. Κι ο δρόμος αυτός ήταν τόσο προδιαγεγραμμένος, όσο ήταν γερός ο κόμπος σε αυτό το κορδονάκι.  Είμαι σίγουρος ότι εκείνο το βράδυ η Γιοβάννα δεν κοιμήθηκε, σκεπτόμενη τον κόμπο αυτό, και ίσως τον κόμπο που κάποτε είχαν δέσει στη ζωή της ίδιας. Τι θα γίνονταν αν λύνονταν ο κόμπος. Ποιο παιδάκι θα δίνονταν τότε για υιοθεσία; Μήπως η μοίρα μας είναι τόσο γερή όσο ένας κόμπος από σπάγκο; Ποιος είναι αυτός που δένει τον κόμπο, και που έμαθε να δένει τέτοιους γερούς κόμπους; Πλέον η Γιοβάννα ήξερε ποιο θα είναι το θέμα του νέου της βιβλίου. Οι επιλογές της μοίρας και η διαρκής μας πάλη να ξεφύγουμε από αυτές. Ο κόμπος είναι μια απόλυτη μυθοπλασία. Αν εξαιρέσουμε το κορδόνι αυτό, όλο το βιβλίο γράφτηκε από το μηδέν, και η κεντρική ηρωίδα πλάστηκε από το συγγραφικό μυαλό της Γιοβάννας.
 Έπρεπε όμως να βρεθεί και ένας τρόπος να αγγίξει το βιβλίο το σήμερα, χωρίς να κάνει απαραίτητα ένα άλμα στο μέλλον. Αναγνωρίζοντας την επαναληπτικότητα της ανθρώπινης ιστορίας, η συγγραφέας βρήκε μια στιγμή στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, όπου όλα έμοιαζαν πολιτικά πολύ με το σήμερα. Έτσι, όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγκυρα, οι εφημερίδες του Δεκεμβρίου του 2014, έμοιαζαν να έχουν δανειστεί πρωτοσέλιδα από το 1985, και οι δρόμοι έξω από το κτίριο, έμοιαζαν σα να έχουν βγει από το βιβλίο, λίγο μετά το πέρας των διαδηλώσεων όπου συνηθίζει να χάνεται η ηρωίδα του βιβλίου. 
Ο κόμπος όμως, όπως είπαμε, έχει πολλά επίπεδα. Μέσα στη βιβλιοδεσία του κρύβεται και μια ποιητική συλλογή. Οι λέξεις, τόσο προσεχτικά επιλεγμένες, έχουν τα δικά τους σημεία που βγαίνουν στην επιφάνεια σαν στίχοι, μέσα στα όρια που ο πεζός λόγος το επιτρέπει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που - όταν οι δημοσιογράφοι πασχίζουν να κάνουν ένα πρόλογο για τη Γιοβάννα, μη ξέροντας ποια ιδιότητά της να πρωτοαναφέρουν - η Γιοβάννα τους συμπληρώνει λέγοντας «και ποιήτρια». Όχι βέβαια επειδή η Γιοβάννα έχει κάποιο άγχος να παρουσιάσει όλες τις ιδιότητές της, αλλά κυρίως επειδή η ίδια γνωρίζει ότι έχει αδικήσει την ποίηση, καθώς τον χρόνο της, κλέβουν ο πεζός λόγος και το τραγούδι. Άλλωστε να μην ξεχνάμε ότι η ποιητική της ιδιότητα, προϋπήρχε χρονικά της συγγραφικής. Την ποίηση χρησιμοποίησε άλλωστε για να μας τα εξηγήσει όλα. Θα χρησιμοποιήσω λοιπόν τα δικά της λόγια, όπως μας είχε εκμυστηρευτεί τη μυστική σχέση της με τις λέξεις στην ποιητική συλλογή «Κατάσαρκα».
Με παιδεύουν. Γελάνε, χαϊδεύουν, παίζουν, με περιπαίζουν ή περνάνε αδιάφορες ενώ δρασκελούν το πτώμα μου με το μαχαίρι τους μπηγμένο στην πλάτη μου ή στο στήθος μου ανάλογα.
Είναι μαλακές, σαν κουβερτούλα παιδική, σκληρές σαν το «φύγε», την οριστική απουσία. Και είναι παντού, ενώ κρύβονται τη στιγμή που απελπισμένα τις χρειάζομαι.
Τις πρωτοσυνάντησα στην αρχή μου. Θα τις αφήσω πίσω μου στο τέλος.
Χάντρες είναι, πολύχρωμες, ημιδιαφανείς, απ’ όπου χάνει το φυσικό τους σχήμα διαθλώμενος ο κόσμος. Με λαχανιάζουν και τις πιάνω από τα μαλλιά. Τις καλοπιάνω και καμώνονται πως ξεγελιούνται. Πειθήνιες καμαριέρες,  ή και βαστάζοι, φοράνε τις στολές τους και στήνονται στη σειρά για να διαλέξω.
Κι είναι φορές που ψιθυρίζουν ή που αρπάζω τα φωνήεντά τους για να βγάλω την πιο μεγάλη κραυγή. Έτσι που, χρόνο το χρόνο, ξεχειλώνω, περισσεύω. Όλα εκείνα που στριμώχνονται κάπου, πίσω από τα μάτια μου ίσως, καμία δεν τα χωράει.
«Ένα συν ένα κάνουν δύο», φωνάζω απελπισμένη εγώ.
«Λάθος! Ένα συν ένα κάνουν άπειρο», φωνάζει η άλλη, που ακόμα δεν έχω δει, μέσα μου, και ο μαυροπίνακας μου, γεμίζει ορνιθοσκαλίσματα.
Χάος. Ο καθρέπτης μου τις αγνοεί. Δε λέει τίποτα για το τι κάνω, ποια είμαι, που θα πάω.
Λοιπόν, έτσι και μου δινόταν η Μεγάλη Αλήθεια, δε θα έβρισκα ούτε μία για να την περιγράψω. Ούτε μια!
Εκτός και αν τη δουλειά αυτή την αναθέσω στη γριά ροδιά έξω από το παράθυρο, ψηλά στο χωριό μου, στις σαύρες, στους σκορπιούς κάτω από τις πέτρες. Ή αν παρακαλέσω κάνα γλάρο να τη διαλαλήσει με το δικό του φτερολόγιο, ή, ακόμη, αν την αναθέσω στα δελφίνια που, χορτασμένα από τα μαλάκια και οστρακόδερμα, όλο γι΄ αυτή μιλάνε, τοξεύοντας τον ήλιο.
Λέξεις
Λέξεις θήκες, Λέξεις μοίρες

Τρίτη διάσταση του «Κόμπου» είναι η φιλοσοφική. Λίγο να μιλήσει κανείς με τη συγγραφέα, θα διαπιστώσει άμεσα την φιλική – μητρική της προσέγγιση, προς γνωστούς και αγνώστους. Κάποτε είχε πει με τρόπο συγκινητικό, απευθυνόμενη σε φίλο της: «Μην αφήνεσαι στη λύπη. Η λύπη είναι λάσπη τρυφερή και μαλακή στην υφή, τόσο που δεν θες να βγεις από μέσα της. Είναι όμως λάσπη. Κοίτα ψηλά στον ουρανό, και αν έχει συννεφιά, άπλωσε το χέρι σου, κόψε ένα συννεφιασμένο κομμάτι του και περίμενε μέσα από το κενό στα σύννεφα να βγει ο ήλιος».
Μέσα στις σελίδες του κόμπου, ήδη μας είχε προτρέψει: «Μην κλαφτείς. Με το κλάμα δε βγαίνει τίποτα. Έχεις δύναμη μέσα σου. Όλοι έχουμε και τη δικιά σου μην τη θάψεις. Ούτε να κρατάς στιλέτο γιατί κάθε που θα χτυπάς, το δικό σου αίμα θα χύνεται. Υπάρχουν κι άλλα μαχαίρια. Εκείνα που καθαρίζουν, που σε βοηθάνε να κόψεις για να φας.  Έχεις να χτίσεις από  το πουθενά ανθρώπους γύρω σου, τη ζωή σου όλη.  Πρέπει να καταλάβεις ότι εσύ είσαι το λιθάρι, εσύ το σίδερο. Καθάρισε το χώμα σου και χτίσε. Να ΄χεις το μυαλό και το κορμί σου στα χέρια σου.  Θα τα καταφέρεις».
Ήταν Δεκέμβριος του 2014 όταν, πήραν μπρος τα τεράστια μηχανήματα της Άγκυρας, κύλησαν οι κύλινδροι, εκτυπώθηκαν οι σελίδες, κόπηκαν, συγκολλήθηκαν, πήγαν στα ράφια των βιβλιοπωλείων, και ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνό του επιμελητή του βιβλίου, και ακούγεται η φωνή μιας άγρυπνης Γιοβάννας. «Θα κάνω μια αλλαγή, γράφε, γράφε». «Πού αλλαγή» τη ρώτησε ο επιμελητής, σαστισμένος. «Ε στο βιβλίο», του είπε, και συνέχισε: « ελπίδα, πάντα υπάρχει ελπίδα». Αφού του υπαγόρευσε τη σκέψη της, του εξήγησε ότι πρέπει να προστεθεί μια φράση στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, γιατί πρέπει να δώσει ακόμα περισσότερη ελπίδα στους αναγνώστες. «Μα το βιβλίο τυπώθηκε» απάντησε ο επιμελητής. «Δεν πειράζει» του είπε, «Υπάρχει και δεύτερη έκδοση, ποτέ δεν είναι αργά».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου